ἑκκαιδεκατάλαντος

ἑκκαιδεκᾰτάλαντος [pron. full] [τᾰ], ον,
A worth sixteen talents, γύναιον ἑ. with a dowry of sixteen talents, cj. in Men.402.11.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκκαιδεκατάλαντος — ἑκκαιδεκατάλαντος, ον (Α) φρ. «γύναιον ἑκκαιδεκατάλαντον» γυναίκα με προίκα δέκα τάλαντα …   Dictionary of Greek

  • ἑκκαιδεκατάλαντον — ἑκκαιδεκατάλαντος worth sixteen talents masc/fem acc sg ἑκκαιδεκατάλαντος worth sixteen talents neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.